Brian Handwerk, Smithsonian Magazine ΗΠΑ

Le French fries (οι τηγανητές πατάτες) δεν θα είχαν θέση στο μενού μας αν δεν ήταν για τους αγρότες της αρχαιότητας. Εξ’ αιτίας τους όχι μόνο τις καλλιεργούμε αλλά μπορούμε και προ φέρουμε τα (f) που είναι απαραίτητα για να τις παραγγείλουμε. Η ικανότητα να προφέρουμε τα οδοντικόληκτα με τα δόντια της άνω γνάθου όταν ακουμπούν στα κάτω χείλη όπως στo (f) και στο (v) θα μπορούσε να έχει αναπτυχθεί σύμφωνα με μία μελέτη δημοσιευμένη στο περιοδικό (science) όταν η αγροτική καλλιέργεια εισήγαγε τροφές πιο μαλακές αλλάζοντας τη μορφή της μασέλας.

Οι ορθοδοντικοί αναφέρουν ότι η κάθετη απόσταση αλλά και η οριζόντια μεταξύ των περιθωρίων των άνω και κάτω κοπτήρων είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Οι συντάκτες όμως της μελέτης υποστηρίζουν όμως ότι η προεξοχή της άνω γνάθου σε σχέση με την κάτω ήταν πιο σπάνια στην παλαιολιθική περίοδο, όταν η περιορισμένη δίαιτα των κυνηγών ζητούσε περισσότερη ένταση στα δόντια η οποία προκαλούσε την τριβή. Η αγροκαλλιέργεια επέτρεψε στους προγόνους μας τροφές περισσότερο μαλακές όπως οι σούπες και τα βραστά, προκαλώντας την ελάχιστη πίεση στη κάτω γνάθο, μέχρι την δημιουργία  ασφυκτικά γεμάτων στοματικών κοιλοτήτων. Είναι πιθανόν τα τελευταία 10.000 χρόνια η εξέλιξη της ανθρώπινης μάσησης συνδεδεμένης με την διατροφή να έχει συνεισφέρει στη δημιουργία μερικών ήχων μέσω των οποίων επικοινωνούμε!

Βιομηχανικά μοντέλα

Γλωσσολογικά ο Balthasar Bickel του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης υποθέτει ότι η ελαχιστοποίηση της φθοράς των δοντιών και των γνάθων επέφερε στους άνω κοπτήρες διάρκεια στην αντοχή έλκοντας τα άνω δόντια πιο κοντά στα κάτω χείλη, κάνοντας πιο εύκολη την προφορά των συμφώνων (f) και (v) . Με τους συνεργάτες του ο Bickel προσομοίωσε την παραγωγή των οδοντόληκτων ήχων χρησιμοποιώντας ομιλούντα βιομηχανικά μοντέλα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι με τη σωστή τοποθέτηση των άνω κοπτήρων με το κάτω χείλος παράγονται οι ήχοι  (f) και (v) με μικρότερη μυική προσπάθεια της τάξεως του 29%. Κατόπιν η ομάδα εξέτασε την απόδοση  των συγκεκριμένων ήχων σε χιλιάδες γλώσσες και μελέτησε τη σχέση με τις τροφές των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων, ανακαλύπτοντας ότι οι γλώσσες που χρησιμοποιούνται από τους μοντέρνους κυνηγούς, χρησιμοποιούν μόλις το 1/4 των οδοντόληκτων ήχων σε σχέση με τις άλλες. Στην εξελικτική διαδικασία όμως, δεν είναι ξεκάθαρη η εικόνα. Σήμερα στις 7000 γλώσσες που ομιλούνται, δεν υπάρχει στενή αναλογία. Επίσης η θέση ότι οι πιο μαλακές τροφές επηρεάζουν την ένταση της γνάθου δεν είναι δεδομένη. Στην Κίνα εδώ και χιλιάδες χρόνια το ρύζι (μαλακή τροφή) δεν εισέφερε κάτι στην προφορά των δύο αυτών συμφώνων, σε αντίθεση με ότι συνέβη στις γερμανικές και ρομαντικές γλώσσες. Για τον Bickel και την ομάδα του η εξέλιξη των άνω κοπτήρων ευνόησε περισσότερο την παραγωγή των ήχων αυτών. Χωρίς να σημαίνει ότι συνέβη με όλες τις γλώσσες, αλλά με το πέρασμα του χρόνου θα μπορούσε να αυξήθηκε.

Δεν θεωρούν όλοι ότι η διατροφή επηρέασε την εξέλιξη αυτή. Τελικά θα πρέπει να υπάρχει κάποιος μηχανισμός που ρυθμίζει προσαρμοζόμενος από το περιβάλλον και τη δίαιτα και όχι από κάποιο επιγενετικό γεγονός που αναδιοργάνωσε την οδοντοστοιχία στη γνάθο. Το ίδιο και για τον παλαιοανθρωπολόγο Rick Potts του Smithsonian η μελέτη δεν παρέχει στοιχεία ικανά να υποστηρίξουν τη θεωρία.  Ο Bickel αντίθετα υποστηρίζει ότι “η γλώσσα δεν αποτελεί μόνο ένα φαινόμενο καλλιέργειας ελπίζοντας ότι η προσπάθεια της ομάδας του θα ανοίξει νέους ορίζοντες στην έρευνα.